Πρίν περίπου δύο χρόνια η ελληνική κυβέρνηση συνήψε μία συμφωνία ‘συνεργασίας’ με τη Microsoft, της οποίας το νομοσχέδιο κατατέθηκε πριν μερικές μέρες στη βουλή (το χρονικό της συμφωνίας υπάρχει εδώ). Μέχρι σήμερα, το μόνο ουσιαστικό επιχείρημα που έχει ακουστεί υπέρ της μη-υιοθέτησης ανοιχτού, δωρεάν, ελεύθερου λογισμικού στο δημόσιο, είναι οτι το ελεύθερο λογισμικό δεν διαθέτει αρκετά ευρεία και/ή εύχρηστη παλέττα εφαρμογών. Δεν θα εξετάσω αυτό το επιχείρημα (μολονότι πιστεύω οτι δεν κρατάει νερό, γιατί δεν νομίζω οτι θα ήταν πιο ακριβό να δημιουργηθούν απλές και προσβάσιμες custom εφαρμογές σε ανοιχτό λογισμικό για το ελληνικό δημόσιο).
Για τους σκοπούς του κειμένου, αποκαλώ ‘ανοιχτό’ το λογισμικό του οποίου ο πηγαίος κώδικας είναι άμεσα προσβάσιμος από οποιονδήποτε έχει πρόσβαση στο λογισμικό αυτό. Ως ‘ελεύθερο’ θα εννοήσω λογισμικό που μπορεί να μετατρέπεται και διανέμεται χωρίς (απειλή) κρατικής ή άλλης παρεμβολής από χρήστη σε χρήστη (το ‘δωρεάν’ δεν χρειάζεται εξήγηση -τουλάχιστο σε μη-μεγαλοεπιχειρηματίες!). Αυτό που θα με απασχολήσει είναι η διαδεδομένη άποψη οτι η Microsoft, και άλλες εταιρίες λογισμικού όπως αυτή, δικαιούνται -viz. έχουν φυσικό ιδιοκτησιακό δικαίωμα- να διατηρούν το λογισμικό τους κλειστό, ακριβό, και ανελεύθερο. Δεν θα ασχοληθώ με τις νομικές πτυχές αυτής της άποψης: το μόνο που θα ισχυριστώ είναι πως οι περισσότεροι νόμοι που στηρίζουν ιδιοκτησιακές σχέσεις και δικαιώματα όπως αυτά που απολαμβάνει η Microsoft είναι άδικοι, και πρέπει να αλλάξουν/εγκαταλειφθούν.
Μία αναλογία
Οι Κ και ο Π ζουν σε ένα κοινό κομμάτι γης: κανείς δεν έχει ιδιοκτησιακά δικαιώματα πάνω του και οι δύο απολαμβάνουν από κοινού τους καρπούς του. Κάποια στιγμή ο Κ, ίσως λόγω απληστίας, και εκμεταλλευόμενος την καλή πίστη του Π, αποφασίζει να περιφράξει όλη τη γη, και του πόρους που περιέχει, καθιστώντας την ιδιωτική του ιδιοκτησία. Ταυτόχρονα προτείνει στον Π ένα συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο ο Π θα εργάζεται για τον Κ και θα παίρνει μισθό που καθιστά την ευημερία του ίση με αυτή που απολάμβανε όταν η γη ήταν κοινή. Η καλλιέργεια της γης, και η εργασία του Π, αυξάνουν κατακόρυφα το επίπεδο παραγωγής. Ωστόσο κάτι δεν πάει καλά: κανείς ποτέ δεν ρώτησε τον Π αν συμφωνεί με τον καινούριο διακανονισμό. Μπορεί να βγάζει λίγο περισσότερα από πρίν, αλλά το νέο καθεστώς 1) επιτρέπει στον Κ να τον εκμεταλλεύεται, καθώς καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής του Π χωρίς να εργάζεται ο ίδιος, και 2) δίνει τεράστια δύναμη στον Κ έναντι του Π, αφού ο πρώτος ουσιαστικά αποφασίζει αν, και πόσο, θα αμοίβεται ο Π -και άρα αν, και πώς, θα ζει ο Π.

Αν προσθέσουμε αρκετή βία, προπηλακισμούς, bourgeois ατασθαλίες, και συγκεκαλυμμένες δολοφονίες, έχουμε τα κεντρικά συστατικά της ιστορίας εγκαθίδρυσης ιδιωτικής ιδιοκτησίας στον δυτικό κόσμο από τον 17ο αιώνα (για μια διάσημη ιστορική ανάλυση δες Karl Polanyi, The Great Transformation). Η πολιτική αυτή έγινε γνωστή ως ‘κίνημα των περιφράξεων‘ στην Αγγλία. Ergo το κίνημα ενάντια στην ιδιωτική ιδιοκτησία, όπως διαμορφώθηκε τον 18ο αιώνα, καθώς και η ρήση ‘η ιδιοκτησία είναι κλοπή’. (ΝΒ: Η ρήση δεν συνεπάγεται οτι κάθε είδους ιδιοκτησία είναι κλοπή, αφού καταφέρεται μόνο ενάντια στην καταπιταλιστική μορφή ιδιοκτησίας. Κάποιοι πιστεύουν οτι κάθε είδους ιδιωτική ιδιοκτησία είναι προτιμότερη από καθόλου ιδιοκτησία, λόγω της τραγωδίας των κοινών. Για μία ευσύνοπτη κριτική αυτής της θέσης δες το κείμενο ‘The Tragedy of Enclosure’, του George Monbiot).
Τί σχέση έχει η ‘πρωταρχική συσσώρευση’ φυσικής γης με το ψηφιακό σύμπαν; Η αναλογία φυσικών (όπως η γη) και ψηφιακών (όπως τα λειτουργικά συστήματα) κοινών δεν βοηθά μόνο να καταλάβουμε το υφιστάμενο καθεστώς στη βιομηχανία λογισμικού. Έχει επίσης τεράστια πολεμική ισχύ: κάποιος που αντιλαμβάνεται την αδικία που ενσωματώνουν ορισμένες μορφές φυσικής ιδιοκτησίας μπορεί, πιο εύκολα, να συνειδητοποιήσει την αδικία στις αντίστοιχες μορφές ψηφιακής. Φυσικά υπάρχουν διαφορές: ένα κομμάτι γης μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο από πεπερασμένο αριθμό ανθρώπων, ενώ ένα κομμάτι λογισμικού μπορεί να χρησιμοποιηθεί, μη-συγκρουσιακά, από τον καθένα (αυτός είναι ο λόγος που η τραγωδία των κοινών δεν βρίσκει άμεση εφαρμογή στη περίπτωση του λογισμικού).
Το Πρόβλημα με τις Περιφράξεις
Σύμφωνα με μία bourgeois ιδεολογία απαλλοτρίωσης (όπως αυτή των δεξιών ελευθεριστών / right libertarians, όπως ο Robert Nozick και ο Murray Rothbard), κάποιος δικαιούται να απαλλοτριώνει όση φυσική ή ψηφιακή ύλη επιθυμεί, αρκεί να μη χειροτερεύει τη θέση τρίτων -ακόμα κι αν η δική του θέση βελτιώνεται πολύ περισσότερο (δες εδώ για μια σύντομη συζήτηση). Η θέση αυτή συνεπάγεται, λίγο πολύ, μορφές εκμετάλλευσης και ανισότητας, όπως αυτές που αντιμετώπισαν τα πρώτα θύματα των περιφράξεων του 18ου αιώνα. Στη περίπτωση του λογισμικού για ατομική χρήση, οι περιφράξεις αυτής της μορφής ήρθαν στο προσκήνιο, στην πρόσφατη ιστορία, με την άνοδο μεγάλων επιχειρήσεων αφοσιωμένων στην κερδοφορία και μονοπωλιοποίηση της αγοράς, όπως η IBM.
Υπάρχουν τουλάχιστον δύο μορφές περίφραξης στην περίπτωση του λογισμικού. Αφ’ενός ήδη υφιστάμενες ιδέες, ή παραλλαγές πάνω σε αυτες, με ψηφιακό αντικείμενο, οι οποίες δεν έχουν χρησιμοποιηθεί, ή κατοχυρωθεί ως πατέντες από τρίτους για οποιοδήποτε λόγο, κατοχυρώνονται από μεγάλες επιχειρήσεις ως κλειστή, μη-προσβάσιμη, ιδιωτική πνευματική ιδιοκτησία (υπάρχουν άλλες, πιο ευέλικτες μορφές ιδιωτικής πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά δεν θα ασχοληθώ με αυτές). Αφ’ετέρου, νέες ιδέες, προερχόμενες από τους ίδιους τους εργαζομένους στις επιχειρήσεις λογισμικού, κατοχυρώνονται ως ιδιωτική πνευματική ιδιοκτησία της επιχείρησης.
Ενάντια στις Ψηφιακές Περιφράξεις
Ας πάρουμε τις δύο περιπτώσεις με τη σειρά. Στη περίπτωση ήδη υφιστάμενων, ανοιχτά διαθέσιμων και ελεύθερων, ιδεών, όπως αυτές που ενσωματώνονται σε λειτουργικά συστήματα (όπως το Linux), ο καθένας μπορεί να δει, και να χρησιμοποιήσει, την πληροφορία για δικούς του σκοπούς, ή για να την βελτιώσει. Έχει οποιοσδήποτε το δικαίωμα να απαλλοτριώσει όση ψηφιακή ύλη επιθυμεί, αρκεί να μη δυσχεραίνει τη θέση όλων των υπολοίπων χρηστών -σε συμφωνία δηλαδή με τη bourgeois θέση;
Προτού απαντήσω, αξίζει να σημειωθεί οτι, λόγω σημαντικών δικτυακών εξωτερικοτήτων στην αγορά λογισμικού, οποιαδήποτε προσπάθεια κατοχύρωσης πνευματικών δικαιωμάτων σε ένα σχετικά μεγάλο κομμάτι κώδικα αναπόφευκτα θα ποδοπατήσει τις δυνατότητες εκείνων που χρησιμοποιούν μέρος του κώδικα αυτού για να αναπτύξουν νέο λογισμικό. Αντίθετα με την διαδεδομένη άποψη, η αναγνώριση πνευματικών δικαιωμάτων στη Microsoft φαίνεται περισσότερο να βλάπτει, παρά να βελτιώνει, τη καινοτομία στο λογισμικό. Αυτός είναι ένας λόγος να πιστεύουμε οτι η δομή των ιδιοκτησιακών σχέσεων με εταιρίες τύπου Microsoft δεν πληροί καν τις προϋποθέσεις της πιο αποστεωμένης, bourgeois, αντίληψης για τη δικαιοσύνη. Αλλά έστω οτι η κατοχύρωση πνευματικών δικαιωμάτων σε ένα κομμάτι κώδικα δεν δυσχεραίνει τη θέση κανενός, και βελτιώνει τη θέση κάποιων -π.χ. των χρηστών ενός νέου λειτουργικού συστήματος (είτε είναι Vista, είτε Leopard). Είναι δικαιολογημένο το αποτέλεσμα;
Η απάντηση είναι, contra Nozick, ‘όχι’: δεν υπάρχει δικαίωμα να απολαμβάνει κάποιος τεράστια οικονομικά οφέλη και κέρδη από ύλη των κοινών, αν δεν επωφελούνται εξ’ίσου και τρίτοι. Εξηγούμαι: η ανάπτυξη λογισμικού σε έναν σύγχρονο υπολογιστή απαιτεί, πέρα από φυσικούς πόρους -όπως φυσικό χώρο, υπολογιστή, μόντεμ- πρόσβαση σε ψηφιακούς πόρους, όπως ένα βασικό λειτουργικό σύστημα, ψηφιακές βιβλιοθήκες, κ.ο.κ. Η πιο ακριβοδίκαιη ρήτρα για τη θεμιτή χρήση αυτών των κοινών πόρων επιτάσσει οτι ‘μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτούς τους πόρους αν, και μόνο αν, είσαι διατεθειμένος να μοιραστείς ένα μέρος του οφέλους σου με τρίτους’ (ΝΒ: αυτό δεν παραβιάζει κάποιο δικαίωμά σου στο προϊόν της εργασίας σου, ή στην ιδιοκτησία του εαυτού: αν υπογράψουμε ένα συμβόλαιο οτι θα μου δίνεις το μισό απ’όσο παράγεις, δεν παραβιάζεται, ή υποσκελίζεται κάποιο δικαιώμά σου). Κάτι τέτοιο εξασφαλίζουν, inter alia, οι άδειες GPL, οι οποίες ουσιαστικά εγγυώνται οτι κανείς δεν θα περιφράξει συγκεκριμένα ψηφιακά περιβάλλοντα εις βάρος τρίτων.

Κάτι παρόμοιο ισχύει, πιστεύω, για τη περίπτωση που εργαζόμενοι της Microsoft, λ.χ., αναπτύσσουν, αποκλειστικά με microsoft-ικούς πόρους, νέο λογισμικό. Δεν είναι, σε γενικές γραμμές, δίκαιο, να καρπώνεται μία τεράστια επιχείρηση δικαιώματα σε ιδέες που έχουν παράγει οι εργαζόμενοι σε αυτήν: τα (όποια) δικαιώματα προσήκουν κατ’αρχή σε αυτούς που επινοούν την εκάστοτε ιδέα. Αλλά δεν θέλω να σταθώ σε αυτή τη θέση. Αυτό που θέλω να πω είναι οτι ο ταλαντούχος εφευρέτης μιας φυσικής ή ψηφιακής μηχανής έχει ένα πολύ περιορισμένο δικαίωμα να επωφεληθεί χρηματικά από μία δική του εφεύρεση, του οποίου (δικαιώματος) η ισχύ εξανεμίζεται μετά από σύντομο χρονικό διάστημα (αυτό δεν συνεπάγεται οτι δεν δικαιούται να κερδίσει ευρεία -μη-οικονομική- αναγνώριση, δόξα, ή συμπάθεια από συνανθρώπους του). Οι λόγοι είναι δύο (ένας συνεπειοκρατικός, ένας δεοντοκρατικός). Πρώτο, η μακρά διάρκεια μιας πατέντας μπορεί να προκαλέσει -συνήθως προκαλεί- μεγάλα προβλήματα στη καινοτομία και χρήση ιδεών για ανάπτυξη πρωτοποριακών εφαρμογών. Αυτός ο λόγος παίζει τεράστιο ρόλο στη περίπτωση των ψηφιακών πόρων. Δεύτερο, κανείς δεν έχει δικαίωμα να επωφελείται έναντι τρίτων επειδή ήταν πιο τυχερός, πιο μορφωμένος, ή πιο ταλαντούχος (ή, τουλάχιστο, δεν δικαιούται να επωφελείται όσο έχει ωφεληθεί ο Bill Gates σε σύγκριση με τον μέσο, εργαζόμενο εξίσου σκληρά, Αμερικάνο). Αξίζει να σημειωθεί εδώ οτι, ακόμα κι αν όλη η κανονιστική έμφαση του επιχειρήματος πέσει στον πρώτο λόγο που παραθέτω, το επιχείρημα παραμένει αποφασιστικό ενάντια στην υπάρχουσα δομή πνευματικών δικαιωμάτων (ο Oskar Lange, ένας από τους πρωτοπόρους οικονομολόγους του σοσιαλισμού, είχε διαγνώσει αυτή την κεντρική αδυναμία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας να προάγει την καινοτομία, λόγω των δομών ιδιοκτησίας που παράγει και συντηρεί). Επισημαίνω οτι αυτή η κριτική δεν εξαρτάται από την μονοπωλιοποίηση, ή μη μιας αγοράς: εξαρτάται αποκλειστικά από τους φραγμούς που τίθενται στην καινοτομία από τις δομές ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων per se.
Γιατί έχουμε πολλά να μάθουμε από τις ψηφιακές ιδιοκτησιακές σχέσεις
Οι σκεπτικιστές λένε πως το Linux, και άλλες μορφές ανοιχτού λογισμικού, είναι δύσχρηστο, δυσνόητο, και ιδιοσυγκρασιακό. Η αλήθεια απέχει, νομίζω, από αυτή τη θέση. Τα ανοιχτά λειτουργικά συστήματα απλά χρειάζονται περισσότερο χρόνο από τον χρήστη. Σε αυτό βοηθά πολύ το διαδίκτυο, αφού η κοινότητα του ανοιχτού λογισμικού σφύζει από δραστηριότητα (η πρώτη μου επαφή με το Ubuntu ενείχε περισσότερο ανάγνωση FAQs σε ιντερνετικά fora, παρά συναστροφή με το λειτουργικό σύστημα καθ’αυτό). Αλλά το κεντρικό ζήτημα εδώ είναι πως, τα τελευταία 10 χρόνια, το ανοιχτό λογισμικό έχει γνωρίσει τέτοια άνθηση που πλέον μπορεί να ικανοποιήσει στο ακέραιο τις ανάγκες του μέσου χρήστη.
Είναι δυνατό να φανταστούμε ένα κοινωνικό σύστημα όπου όλοι απολαμβάνουν εκτεταμένες ελευθερίες και ιδιωτικότητα, ενώ παράλληλα έχουν πρόσβαση σε κάθε λογής φυσικούς πόρους που μπορεί να έχουν ανάγκη, ή να θέλουν να χρησιμοποιήσουν. Σε ένα τέτοιο κοινωνικό καθεστώς ο ασθενής έχει πρόσβαση σε φάρμακα, ο ζωγράφος σε παλέττα, χρώματα και καμβά, ο μουσικός σε κιθάρα και ενισχυτή, ο σέρφερ σε κύμα και σανίδα, χωρίς τον (αναποτελεσματικό) μεσάζοντα της κερδοφορίας να περιορίζει τις δυνατότητες καινοτόμου δημιουργίας. Καμία φυσική κοινωνία δεν έχει επιτύχει, ή έστω προσεγγίσει, μέχρι σήμερα ένα κοινωνικό καθεστώς ελεύθερης ανάπτυξης της εκφρασης και ατομικότητας για όλους. Ωστόσο η ψηφιακή κοινωνία του ανοιχτού λογισμικού βρίσκεται κοντά σε ένα καθεστώς, όπου όλοι μπορούν, ελεύθερα, να αναπτύξουν κάποιες δημιουργικές ικανότητες χωρίς τους αγοραίους φραγμούς του quid-pro-quo. Από την -μέχρι σήμερα- επιτυχία αυτής της κίνησης, και από τους χιλιάδες ανθρώπους που την κινητοποιούν, έχουμε νομίζω να μάθουμε αρκετά.
(Ευχαριστώ τον cosmix για συναφείς συζητήσεις.)
Tags: ισότητα, λογισμικό