Πού είναι ο πόνος μου; Και πού είναι το σώμα μου;

Στο παρελθόν πολλά πειράματα και δειγματοληπτικές έρευνες σε ανθρώπους με ακρωτηριασμένα μέλη έχουν δείξει οτι οι άνθρωποι αυτοί νιώθουν πολύ συχνά πόνους, ή γαργάλισμα, σε μέλη που δεν έχουν πια (viz. στα μέλη που έχουν ακρωτηριαστεί). Το πρόβλημα αυτό παρατήρησε ο Descartes και υπέθεσε οτι, αφού ο πόνος δεν επικεντρώνεται σε κάποιο σημείο του σώματος, θα πρέπει να είναι κάτι τελείως διαφορετικό οντολογικά από μία νευροφυσιολογική διαδικασία. Η εικασία του Descartes ήταν οτι ο πόνος είναι μία ακραιφνώς νοητική (με μία κάπως ιδιάζουσα χρήση του ‘νοητικού’) κατάσταση, η οποία δεν έχει φυσική υπόσταση και την οποία μπορούν να βιώσουν μονάχα τα res cogitans (για τον Descartes τα ζώα είναι απλά αυτόματα, και δεν (μπορούν να) έχουν συνείδηση πόνου, χαράς και άλλων νοητικών καταστάσεων).

Σήμερα πολλοί επιστήμονες, φιλόσοφοι και σκεπτόμενοι άνθρωποι, πιστεύουν οτι ο πόνος, όπως και άλλες νοητικές καταστάσεις έχουν να κάνουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Όταν έχω έναν πόνο στο πόδι και δεν έχω πια πόδι, μπορώ να υποθέσω δύο πράγματα: είτε ο πόνος δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς από το υλικό του φυσικού κόσμου -μία κάπως μυστικιστική εκδοχή- είτε προκαλείται από κάποιο μέρος του σώματός μου, ίσως τον εγκέφαλό μου, ο οποίος με ‘ξεγελάει’ να πιστεύω οτι ο πόνος βρίσκεται στο πόδι μου. Αυτή η υπόθεση υποστηρίζεται από κάποια πρόσφατα πειράματα, και ίσως να αποτελεί την πιο εύλογη θεωρία. Ο εγκέφαλος μπορεί να δημιουργεί έναν χάρτη, ή ολόγραμμα του σώματος, και στη συνέχεια να παράγει το αίσθημα πόνου ή γαργαλητού σε μέλη που δεν υπάρχουν πια. Είναι κάτι σαν bug στο εγκεφαλικό λογισμικό.

Η απάντηση αυτή εγείρει ένα πολύ θεμελιώδες πρόβλημα. Γνωρίζουμε οτι έχουμε πόδια, χέρια και σώματα από τα αισθητηριακά ερεθίσματα που αντιλαμβανόμαστε όταν έχουμε πλήρη συνείδηση. Όταν κάτι απαλό, λ.χ., χαϊδεύει την φτέρνα αισθανόμαστε γαργάλισμα, όταν κάτι τρίβεται στο γόνατο νιώθουμε τρίψιμο και όταν κάτι χτυπάει το χέρι μας με δύναμη νιώθουμε πόνο. Αν, ωστόσο, μπορούμε να έχουμε το αίσθημα της τριβής και του πόνου και του γαργαλητού ακόμα και χωρίς αυτά τα μέλη, ποιός λόγος υπάρχει να πιστεύουμε οτι τα έχουμε; Όλα τα αισθητηριακά ερεθίσματα που αντιλαμβανόμαστε θα μπορούσαν να προσομοιωθούν με συνεχείς ηλεκτρικές εκκενώσεις σε διαφορετικά σημεία του εγκεφάλου. Ο εγκέφαλός μας θα μπορούσε να είναι απλά ένας εγκέφαλος στη γυάλα.

Εφόσον δεχόμαστε την εμπειρική πρόταση οτι μπορούμε να νιώθουμε έναν πόνο στο χέρι, χωρίς την ύπαρξη του μέλος στο οποίο αντιστοιχεί ο πόνος αυτός, οφείλουμε να δεχτούμε οτι μπορούμε να νιώθουμε έναν πόνο, ή τριβή, ή γαργάλισμα σε όλα μας τα μέλη χωρίς αυτά να υφίστανται. Και μόλις το δεχτούμε αυτό, οφείλουμε να δεχτούμε επίσης οτι μπορεί να αντιλαμβανόμαστε κάθε λογής αισθητηριακό ερέθισμα από το σώμα χωρίς, απαραίτητα, να έχουμε σώμα.

Ο σκεπτικισμός του Descartes φαίνεται να επιστρέφει δριμύτερος.

Tags: ,
| December 19th, 2006 | Posted in Μεταφυσικά |

8 Responses to “Πού είναι ο πόνος μου; Και πού είναι το σώμα μου;”

  1. Deepest Blue Says:

    Μ’ έχουν απασχολήσει τέτοια ερωτήματα. Παραθέτω το πρώτο μέρος ενός κειμένου που είχα γράψει πριν καιρό για να βάλω σε μια σειρά κάποιες σκέψεις μου -είναι, νομίζω, σχετικό με το δικό σου.
    .
    .

    Το Ψυγείο
    Είναι ένα όμορφο καλοκαιρινό απόγευμα, η συντροφιά απολαυστική, η κουβέντα ενδιαφέρουσα, τα αστεία ξεκαρδιστικά, όμως… κάτι δεν πάει καλά. Ξαφνικά, το μοτέρ του παλιού ψυγείου σταματάει να μουρμουρίζει υπόκωφα. Όλοι τα χάνουμε, με ευχάριστο τρόπο όμως· κοίτα να δεις, τόση ώρα μάς έπαιρνε τ’ αυτά και δεν το συνειδητοποιούσαμε! Τόσο το ‘χαμε συνηθίσει! Το απόγευμα λοιπόν γίνεται ακόμα πιο όμορφο, η κουβέντα ακόμα πιο ενδιαφέρουσα κ.λπ.

    Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το σώμα μας: κάθε μέλος και σημείο του εκτελεί διαρκώς μικρές κινήσεις, σαν ένα αδιόρατο τρέμουλο, που δεν αντιλαμβανόμαστε γιατί έχουμε συνηθίσει να ζούμε μαζί του –όπως ακριβώς συνηθίζουμε και δεν αντιλαμβανόμαστε το βουητό ενός παλιού ψυγείου. Ακόμα κι αν αφήσουμε το χέρι μας να πέσει βαρύ επάνω στην καρέκλα, πλανόμαστε αν νομίσουμε ότι είναι εντελώς ακίνητο: το διαρκές, μικροσκοπικό τρέμουλο συνεχίζεται ασταμάτητο. Στην πραγματικότητα, ποτέ στη ζωή μας δεν έχουμε υπάρξει εντελώς ακίνητοι –ποτέ στην ξύπνια ζωή μας, δηλαδή. Τρέμουμε ασταμάτητα μέσα στην παγωμένη Σιβηρία της ζωής.

    Ονομάζω αυτό το τρέμουλο ‘ο φάρος της ύπαρξης’ (ΦΥ), γιατί η λειτουργία του είναι πολύτιμη: ειδοποιεί συνεχώς τον εγκέφαλό μας ότι σχετίζεται με ένα σώμα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τα μάτια μας που κι αυτά κάνουν διαρκώς απειροελάχιστες κινήσεις (ακόμα κι όταν νομίζουμε πως έχουμε ‘καρφωμένο’ το βλέμμα μας κάπου): δεν αρκεί να αντανακλαστεί η εικόνα ενός αντικειμένου επάνω στον αμφιβληστροειδή μας για να αποκτήσουμε οπτική αντίληψη αυτού, πρέπει επιπλέον αυτή η εικόνα να ‘τρεμουλιάζει’ διαρκώς. Ο εγκέφαλος συνθέτει τα ‘τρέμουλα’ και παράγει μία –σταθερή– απεικόνιση του αντικειμένου. Αν σταματούσαν τα μάτια μας να ‘τρέμουν’ αδιόρατα, θα βλέπαμε μόνο μία διάχυτη γκριζάδα παντού· αν σταματούσε έστω και για μία μόνο στιγμή ο ΦΥ, θα χάναμε αμέσως την αίσθηση του σώματός μας.

    Κάτι τέτοιο συμβαίνει κατά τον ύπνο, ο οποίος είναι μία σύνθετη διαδικασία. Προκειμένου να ξεκουραστούμε, πρέπει ο διχτυωτός σχηματισμός (ΔΣ) του εγκεφαλικού στελέχους να περάσει σε ανασταλτική κατάσταση· όσο ο ΦΥ συνεχίζει να εκπέμπει, ο ΔΣ συνεχίζει να επιδρά διεγερτικά στον εγκεφαλικό φλοιό. Η φύση έχει βάλει ένα διακόπτη στο σώμα μας για να ρυθμίζει αυτό το τόσο ξεκουραστικό OFF του εγκεφάλου, σε μας και σε όλα τα θηλαστικά (κάτι παράξενο μοιάζει να συμβαίνει με τα ερπετά). Καθώς λοιπόν ξαπλώνουμε να κοιμηθούμε, αυτά που λαμβάνουν χώρα είναι κατά σειρά: 1) Ο ΦΥ σταματάει και 2) πυροδοτεί τον ΔΣ να αλλάζει τρόπο λειτουργίας, με αποτέλεσμα 3) να αλλάξει και η δραστηριότητα του εγκεφάλου.

    Μπορεί να σταματήσει ο ΦΥ χωρίς όμως να χάσουμε τη συνείδησή μας; –ή, με άλλα λόγια, χωρίς να αλλάξει λειτουργία ο ΔΣ και να αποκοιμηθούμε; Μπορεί και είναι κάτι που έχουμε νιώσει όλοι μας όταν ξυπνάμε μετά από έναν υπέροχο ύπνο και το σώμα μας είναι βαρύ σαν βράχος και δε θέλουμε να κινήσουμε ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι και δεν ξέρουμε πού τελειώνουμε εμείς και πού αρχίζει το κρεβάτι. Λένε πως αυτό μπορεί και να εξασκηθεί επίσης με κατάλληλες ασκήσεις. Κάποιες άλλες φορές έρχεται και εντελώς τυχαία, χωρίς φανερή αιτία, και τα αποτελέσματα είναι εξωτικά.

  2. Νικόλας Says:

    Δεν μπορώ να σχολιάσω τα περι τρέμουλου, γιατί δεν είμαι βιολόγος.

    Αυτό

    ‘δεν ξέρουμε πού τελειώνουμε εμείς και πού αρχίζει το κρεβάτι’

    είναι ενδιαφέρον, και νομίζω οτι έχουν γίνει διάφορα συναφή πειράματα. Το πρόβλημα είναι πως, αν όλοι οι πόνοι, γαργαλητά, οπτικά ερεθίσματα κλπ. έρχονται από τον εγκέφαλο, ποιός λόγος υπάρχει να πιστεύουμε οτι υπάρχει κρεβάτι και, a fortiori, ποιός λόγος υπάρχει να πιστεύουμε οτι υπάρχει σώμα;

  3. lazopolis Says:

    Δύο ερωτήσεις:

    α) γιατί διαχωρίζετε συστηματικά τον εγκέφαλο από το σώμα; Εννοώ οτι αν πρόκειται να αποσύρουμε την έδρα της ύπαρξής μας από το σώμα στον εγκέφαλο δεν αλλάζουμε το επίπεδο της περιγραφής, αλλά μόνο το επίπεδο της πολυπλοκότητας. Για να αλλάξουμε επίπεδο περιγραφής θα πρέπει να αποσύρουμε την ύπαρξη από τον εγκέφαλο στο ΧΧΧ(;;;;).

    β) έχει καμμιά σημασία η απάντηση στην ερώτηση σχετικά με την ύπαρξη του σώματος, του κρεβατιού, της αντικειμενικής πραγματικότητας; Το μόνο που έχει σημασία είναι το γεγονός οτι όλα φαίνονται να συμβαίνουν γύρω μας ακριβώς σαν να συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Κάτω απ’αυτό το φώς, τί σημαίνει “υπάρχει”; Κατά τη γνώμη μου, “υπάρχει” σημαίνει “αλληλεπιδρά”. Και “αλληλεπιδρά” = “φαίνεται να αλληλεπιδρά”.

  4. Νικόλας Says:

    ‘γιατί διαχωρίζετε συστηματικά τον εγκέφαλο από το σώμα;’

    Έχεις δίκιο lazopolis, οτι δεν είναι σαφής η διάκριση. Εκείνο που θέλω να πω, και που λένε συχνά οι σκεπτικιστές, αφορά την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου, οι παρατηρήσεις από τον οποίο αποτελούν θεμέλιο για τη γνώση μας. Η διάκριση εγκεφάλου – σώματος δεν είναι ακριβής, αλλά είναι σημαντικό να γνωρίζουμε αν είμαστε εγκέφαλοι σε γυάλες, ή αν πράγματι έχουμε πόδια και χέρια.

    ‘τί σημαίνει “υπάρχει”; Κατά τη γνώμη μου, “υπάρχει” σημαίνει “αλληλεπιδρά”. Και “αλληλεπιδρά” = “φαίνεται να αλληλεπιδρά”.’

    Απορρίπτω και τους δύο ισχυρισμούς (απορρίπτω δηλαδή και τη άποψη πως ό.τι υπάρχει αλληλεπιδρά, και πως ό,τι φαίνεται να αλληλεπιδρά αλληλεπιδρά).

    Υπάρχουν, για παράδειγμα, αριθμοί και λογικές αλήθειες. Αλλά δεν αλληλεπιδρούν με τίποτα. Είναι αφηρημένα αντικείμενα αιτιακά αδρανή (causally inert).

    Και απορρίπτω τον δεύτερο ισχυρισμό γιατί μου φαίνεται προφανές οτι, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχουν φαινόμενα αλληλεπίδρασης που απατούν. Στον 17o αιώνα θεωρούσαμε οτι η καύση προκαλείται από αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε φλόγιστο (phlogiston) και θερμότητα. Πειράματα μας έδειξαν οτι αυτή η θεωρία ήταν λάθος. Νομίζω οτι τέτοιες εικασίες και φαινόμενα αλληλεπίδρασης διαψεύδονται όλη την ώρα, και οτι ένας από τους ρόλους τον φυσικών επιστημών είναι να μας δείξει πότε βαυκαλιζόμαστε στις αντιλήψεις μας περί αλληλεπίδρασης.

  5. lazopolis Says:

    “Υπάρχουν, για παράδειγμα, αριθμοί και λογικές αλήθειες. Αλλά δεν αλληλεπιδρούν με τίποτα. Είναι αφηρημένα αντικείμενα αιτιακά αδρανή (causally inert).”

    Μπαίνω στα χωράφια σου τώρα, και διόρθωσέ με αν κάνω λάθος, αλλά η αντίληψη οτι οι αριθμοί υπάρχουν με τον ίδιο τρόπο που υπάρχει το τραπέζι είναι ακραιφνώς Πλατωνική και άρα επιδέχεται όλη την κριτική του Πλατωνικού οικοδομήματος. Για έναν φορμαλιστή, οι αριθμοί δεν “υπάρχουν” όπως υπάρχει το τραπέζι. Και ο Godel συνηγορεί υπέρ των δεύτερων (ή τουλάχιστον εναντίον των πρώτων).

    Επιπροσθέτως, τί εννοείς οτι απορρίπτεις τον ορισμό της λέξης “υπάρχω” που δίνω; Δεν μπορείς να απορρίψεις έναν ορισμό, μια σύμβαση. Μάλλον εννοείς οτι δεν τον θεωρείς αρκετά ευρύ.

    Ο δεύτερος ισχυρισμος είναι πιο ευάλωτος, όντως, αλλά θα ήμουν μάλλον υπέρ μιας χρονικά μεταβλητής έννοιας του τί θεωρούμε υπαρκτό. Όσο η θεωρία του φλογιστού δεν είχε διαψευσθεί, ήταν θεμιτό, νομίζω να ισχυρίζονται οι άνθρωποι οτι το φλογιστό υπάρχει. Μετά τη διάψευση, ο ισχυρισμός οτι το φλογιστό υπάρχει αποδειχθηκε ψευδής. Δεν βλέπω κάτι ιδιαίτερα προβληματικό σ’αυτό. Αντιθέτως, αν μπορούμε να ισχχυριστούμε οτι πραγματικά υπάρχουν μόνο αυτά για των οποίων την ύπαρξη είμαστε βέβαιοι, τότε τίποτα δεν υπάρχει (και το ergo της γνωστής φράσης έχει μια κάπως αμφίβολη αξία). Και αν τίποτα δεν υπάρχει, τότε η έννοια υπάρχω έχει κενό σημαινόμενο, άρα έχει οριστεί λάθος.

  6. Νικόλας Says:

    ‘η αντίληψη οτι οι αριθμοί υπάρχουν με τον ίδιο τρόπο που υπάρχει το τραπέζι είναι ακραιφνώς Πλατωνική και άρα επιδέχεται όλη την κριτική του Πλατωνικού οικοδομήματος.’

    Αυτό είναι αλήθεια, και δεν ισχυρίζομαι οτι έχω την τελευταία λέξη στο ζήτημα. Αλλά πιστεύω οτι ο πλατωνισμός στη φιλοσοφία των μαθηματικών είναι η πιο προσοδοφόρα θεωρία, όπως πιστεύω οτι δεν υπάρχουν ιδιαίτερα επιτυχημένα επιχειρήματα εναντίον του.

    O Gödel ήταν από τους πιο διάσημους πλατωνιστές (και και δεν είναι τυχαίο πως ήταν, αφού έδειξε οτι ο φορμαλισμός του Hilbert δεν μπορεί να δουλέψει έτσι όπως ο τελευταίος οραματιζόταν. Δες εδώ και κυρίως εδώ.

    ‘τί εννοείς οτι απορρίπτεις τον ορισμό της λέξης “υπάρχω”’

    Μπορώ να δεχτώ τον ορισμό του ‘υπάρχω’ που έδωσες (αν και δεν πιστεύω οτι είναι καλός ορισμός). Κατόπιν μπορώ να απορρίψω την άποψη οτι “αλληλεπιδρά” = “φαίνεται να αλληλεπιδρά”. Γράφεις:

    ‘Όσο η θεωρία του φλογιστού δεν είχε διαψευσθεί, ήταν θεμιτό, νομίζω να ισχυρίζονται οι άνθρωποι οτι το φλογιστό υπάρχει. Μετά τη διάψευση, ο ισχυρισμός οτι το φλογιστό υπάρχει αποδειχθηκε ψευδής.’

    Μπορεί να δικαιούσαι να ισχυρίζεσαι κάτι -αν, για παράδειγμα, έχεις κάποια εύλογη και συνεκτική δικαιολόγηση. Αλλά δεν συνεπάγεται οτι αυτό που λες είναι αληθές (όπως οτι τα αντικείμενα καίγονται επειδή περιέχουν φλόγιστο). ‘Έχω δικαιολογημένη πεποίθηση οτι υπάρχει Χ’ δεν συνεπάγεται ‘υπάρχει Χ’. Το παραδέχεσαι και ο ίδιος όταν λες ‘ο ισχυρισμός οτι το φλογιστό υπάρχει αποδείχθηκε ψευδής.’

    Πως μπορεί κάτι να αποδειχθεί ψευδές, αν δεν ήταν ψευδές πριν την απόδειξη; Μπορεί να είσαι διατεθειμένος να υποστηρίξεις οτι το φλόγιστο υπήρχε, μέχρι που εμείς πιστέψαμε πως υπάρχει κάτι άλλο. Όμως τότε δεν το ανακαλύψαμε, αλλά το εφευρέσαμε. Κάτι τέτοιο μου φαίνεται απόλυτα απίστευτο.

  7. lazopolis Says:

    Το θέμα είναι οτι δεν έχεις πρόσβαση στην αλήθεια της πρότασης `υπάρχει Χ’. Στην πραγματικότητα μπορείς να είσαι βέβαιος μόνο για το φαίνεσθαι των πραγμάτων. Το ‘Χ υπάρχει’ στην πραγματικότητα γίνεται τόσο πιο στέρεος ισχυρισμός όσο πιο πολύ εμπιστεύεται κανείς την ‘δικαιολογημένη πεποίθηση οτι υπάρχει Χ’.

    Τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω οτι το ρήμα “εφευρίσκω” σε σχέση με το ρήμα “ανακαλύπτω” κάνει όλη τη διαφορά: εσύ θεωρείς οτι ο αιθέρας (ας πούμε, πιο χειροπιαστός από το φλογιστό) είτε υπάρχει εκεί έξω, είτε δεν υπάρχει. Στην πραγματικότητα ο αιθέρας είναι μια έννοια, μια νοητική κατασκευή που τη χρησιμοποιούμε όσο περιγράφει ικανοποιητικά την πραγματικότητα. Φυσικά, ο κόσμος που περιγράφεται από τον αιθέρα είναι ουσιωδώς διαφορετικός από τον κόσμο που δεν μπορεί να περιγραφεί από τον αιθέρα. Αλλά ο αιθέρας ο ίδιος δεν είναι παρά μια εφεύρεσή μας, μια έννοια της οποίας το νόημα μπορεί να μεταβάλλεται, μια έννοια που περικλείει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των πραγμάτων όπως μας φαίνονται εμάς.

    Η έννοια “ηλεκτρόνιο” περιγράφει υποτίθεται ένα σωματίδιο. Υποννοεί τον αυθαίρετο (αλλά εξαιρετικά χρήσιμο) κατακερματισμό της πραγματικότητας σε άτομα που είναι φτιαγμένα από πρωτόνια και ηλεκτρόνια. Παρά το ότι είναι εντελώς σαφές οτι το ηλεκτρόνιο συμπεριφέρεται με πολύ περίεργους τρόπους που αντιπαρέρχονται την αντίληψη που έχουμε για ένα “σωματίδιο”, παρόλα αυτά το ηλεκτρόνιο θεωρούμε οτι “υπάρχει”. Στην πραγματικότητα αυτό που βλέπουμε είναι οτι κάτω από ορισμένες συνθήκες υπάρχει κάτι στον πραγματικό κόσμο που δικαιολογεί την επιλογή μας να μιλάμε για “ηλεκτρόνια”.

    Μακρυγορώ: το ζήτημα είναι οτι ο κόσμος είναι αυτός που είναι, ενιαίος και αδιαίρετος, αλλά εμείς μπορούμε μόνο να σκεφτόμαστε βασισμένοι πάνω σε στεγανά κουτάκια, και να μιλάμε για την ύπαρξη ή μή όσων μπορούμε να περιγράψουμε. Αυτό δεν είναι και τόσο προβληματικό όσο ακούγεται, αλλά είναι νομίζω η πηγή των προβλημάτων που ξεκινούν από το ρήμα “υπάρχω”.

  8. Νικόλας Says:

    ‘Αλλά ο αιθέρας ο ίδιος δεν είναι παρά μια εφεύρεσή μας, μια έννοια της οποίας το νόημα μπορεί να μεταβάλλεται, μια έννοια που περικλείει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των πραγμάτων όπως μας φαίνονται εμάς.’

    Αυτό είναι νομίζω σημαντικό σχόλιο, στο βαθμό τουλάχιστον που θα ήσουν διατεθειμένος να υποστηρίξεις κάτι παρόμοιο για ηλεκτρομαγνητικές εκκενώσεις, ηλεκτρόνια κ.ο.κ. Όπως καταλαβαίνεις, η συζήτηση που θίγεις είναι τεράστια (και όχι μόνο επειδή είναι 2.5 χιλιάδων ετών).

    Νομίζω οτι θα σου αρέσει πολύ το βιβλίο του Hilary Putnam The Many Faces of Realism (έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ως Τα Πολλά Πρόσωπα του Ρεαλισμού από Εκδόσεις Παν/μιου Κρήτης). Ο Putnam βρίσκεται πολύ κοντά στην δική σου άποψη -με την οποία εγώ έχω κάποιες διαφωνίες.

    Δες τα κεφ. 1 και 2 από τον Putnam, καθώς και το λήμμα ‘Realism’ εδώ για την συναφή (τεράστια) βιβλιογραφία.

Leave a Reply